Φθινοπωρινές επεμβάσεις στην ελιά

Φθινοπωρινές επεμβάσεις στην ελιά
Συστάσεις από το Περιφερειακό Κέντρο Προστασίας Φυτών, Ποιοτικού και Φυτοϋγειονομικού Ελέγχου Ιωαννίνων. 

Το χαρακτηριστικό σύμπτωμα του μύκητα του κυκλοκονίου είναι η εμφάνιση κυκλικών κηλίδων (μάτια παγωνιού) στην επάνω επιφάνεια των φύλλων της ελιάς. Τα άρρωστα φύλλα κιτρινίζουν και πέφτουν πρόωρα. Σε περιοχές με υγρό κλίμα η προσβολή μπορεί να επιφέρει μέχρι και καθολική φυλλόπτωση στα ελαιόδεντρα. Η μόλυνση και η εξάπλωση της ασθένειας ευνοείται από μέτριες θερμοκρασίες 10 - 20 οC και βροχοπτώσεις ή πολύ αυξημένη υγρασία.

Ο φθινοπωρινός ψεκασμός είναι πολύ σημαντικός δεδομένου ότι αυτή η εποχή θεωρείται κρίσιμη περίοδος μόλυνσης. Ο βροχερός καιρός που επικρατεί, σε συνδυασμό με την σημαντική αύξηση της υγρασίας και την πτώση της θερμοκρασίας, είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος για την ανάπτυξη της ασθένειας. Απαιτείται άμεσα ψεκασμός με καλό λούσιμο των δέντρων και επανάληψή του μετά από 20 ημέρες περίπου, αν συνεχιστούν οι βροχοπτώσεις. Να προσεχτούν ιδιαίτερα οι ευαίσθητες ποικιλίες (Καλαμών) καθώς και οι ελαιώνες που βρίσκονται σε περιοχές με υγρασία.


Κατάλληλα Μέτρα Καταπολέμησης: κλαδέματα αραίωσης της κόμης με σκοπό τη βελτίωση του αερισμού και του φωτισμού στο εσωτερικό των δέντρων, ειδικά σε πυκνοφυτεμένους ελαιώνες μπορούν να συμβάλουν σε σημαντική μείωση των προσβολών.

Γλοιοσπόριο (Παστέλλα)

Είναι μυκητολογική ασθένεια που προσβάλλει κυρίως τους καρπούς όταν πλησιάζουν στην ωρίμανση ή όταν είναι ώριμοι, προκαλώντας χαρακτηριστική σήψη (συρρίκνωση). Ο μύκητας είναι ιδιαίτερα ζημιογόνος σε πυκνοφυτεμένους με κακό αερισμό ελαιώνες, σε αργιλώδη - μη στραγγιζόμενα εδάφη, σε συνθήκες υψηλής σχετικής υγρασίας και έντονων βροχοπτώσεων, όταν επικρατούν θερμοκρασίες 10 - 25 ο C και όταν υπάρχουν πολλές πληγές στους καρπούς από νύγματα του δάκου της ελιάς.

Τα τελευταία έτη η ασθένεια παρουσιάζει σημαντική επέκταση σε πολλές περιοχές που δεν αντιμετώπιζαν παλιότερα πρόβλημα και προκαλεί σοβαρές ζημιές στα ελαιόδεντρα, σημαντική απώλεια της παραγωγής και υποβάθμιση της ποιότητας του ελαιόλαδου.

Η καταπολέμηση μπορεί να γίνει το φθινόπωρο, όταν ο καρπός αρχίζει να ωριμάζει, με κάποιο από τα εγκεκριμένα μυκητοκτόνα.

Αν οι καιρικές συνθήκες που θα επικρατήσουν είναι ευνοϊκές για το μύκητα θα χρειαστεί και δεύτερος ψεκασμός μετά από 25 περίπου ημέρες.

Επιβάλλεται οπωσδήποτε πέρα από τα αναγκαία κλαδέματα αραίωσης, η συλλογή -απομάκρυνση - καταστροφή των μουμιοποιημένων καρπών τόσο αυτών που έχουν πέσει στο έδαφος όσο και αυτών που παραμένουν πάνω στα δέντρα, καθώς και των μολυσμένων φύλλων και κλαδίσκων, γιατί αποτελούν πολύ επικίνδυνες εστίες νέων μολύνσεων. Η αποτελεσματική καταπολέμηση του δάκου της ελιάς βοηθάει και αυτή σημαντικά στον περιορισμό της εξάπλωσης του γλοιοσπόριου γιατί μειώνει τις πληγές από τα νύγματα του εντόμου από τις οποίες εισέρχεται στη συνέχεια στο εσωτερικό του καρπού ο μύκητας.


Καρκίνωση

Η ασθένεια οφείλεται σε βακτήριο που προσβάλει τα πληγωμένα δέντρα ξεκινώντας από πληγές που προκαλούνται από το ράβδισμα, κλάδεμα, παγετό, χαλάζι και ευνοείται ιδιαίτερα από βροχερό καιρό. Το χαρακτηριστικότερο σύμπτωμα είναι η δημιουργία όγκων (καρκινωμάτων) στα κλαδιά, στον κορμό και στις ρίζες. Σε έντονες προσβολές τα κλαδιά ξηραίνονται, τα δένδρα εξασθενούν και μειώνεται σημαντικά η απόδοσή τους.

Συνίσταται να αποφεύγεται η συλλογή του καρπού με ράβδισμα και βροχερό καιρό, το κλάδεμα να γίνεται με ξηρό καιρό, να απολυμαίνονται τα εργαλεία κλαδέματος, να αφαιρούνται και στη συνέχεια να καίγονται οι προσβεβλημένοι βλαστοί. Η πληγή πρέπει να επαλείφεται με βορδιγάλειο πάστα. Μετά από παγετό χαλαζόπτωση ή άλλη αιτία τραυματισμού των δένδρων, να γίνεται άμεσα ψεκασμός με ένα χαλκούχο μυκητοκτόνο.

Καπνιά

Είναι η μαυρίλα στα φύλλα και τους βλαστούς που οφείλεται στη δευτερογενή ανάπτυξη μυκήτων πάνω σε μελιτώματα κοκκοειδών. Οι φθινοπωρινοί ψεκασμοί για τις μυκητολογικές ασθένειες της ελιάς μπορούν να καταπολεμήσουν και την καπνιά.

Προσοχή:

  • Να τηρούνται αυστηρά οι οδηγίες εφαρμογής των φυτοφαρμάκων.
  • α χαλκούχα φάρμακα καλό είναι να μη χρησιμοποιούνται αλόγιστα, διότι τα υπολείμματά τους μπορούν να έχουν κακή επίδραση στα ζώα που βόσκουν σε αγρούς που έχουν ψεκαστεί με αυτά τα φυτοφάρμακα.